τέλος Αυγούστου

θα σας βρω εγώ

Advertisements

reality junkie

>η ζωή δεν είναι πάντα μικρή – μην ακούτε τι λένε – ενίοτε γίνεται αφόρητα μεγάλη : επιβράδυνση

>η αντιστροφή των ρόλων είναι επικίνδυνο παιχνίδι

>οι νεραντζιές την Άνοιξη είναι αποπροσανατολιστικές

>η ευθεία είναι πάντα κάθοδος

και με αυτά τα ευχάριστα επανακάμπτω  – θα μείνω για πολλές ώρες σε αλατισμένο νερό και θα ξεπικρίσω σας το υπόσχομαι.

αποδελτίωση

χωρίς σημαία στο μπαλκόνι και με βαθύτατη άπωση σε ό,τι «εκκλησιαστικό» εξακολουθώ να συγκινούμαι  στη θέα μιας  υδρίας  και να την θεωρώ ικανή να εμπνεύσει ένα ανυποψίαστο κωλόπαιδο να πολεμήσει «ολόισια» για να μην του την πάρουν και την αντικαταστήσουν με έναν ναργιλέ

πολλή ξινίλα και πολύ «ίσωμα» κυρία Ρεπούση μου, πολύ

κλικ :watch?v=mrgfprNyYCo

1-12-2008

καθόμαστε σε ένα καφέ της πλατείας και περιμέναμε να έρθει η ώρα του ραντεβού και να φύγουμε πρόλαβαν όμως και μας μίλησαν τα δυό παιδιά από το 18 άνω. και μας είπαν «καλό μήνα και προπαντός καλά Χριστούγεννα» και πως είναι δύο μήνες καθαροί. η κοπέλα μιλούσε – το αγόρι κοίταγε κάτω ή την κοπέλα. μετά μας ζήτησαν να αγοράσουμε βιβλία κηπουρικής. τίποτα. λεφτά να γίνουν ήθελαν (έτσι φοβάμαι – μακάρι να κάνω λάθος). όπως τα έπαιρναν ρώτησαν τον x. «τα δίνετε με την καρδιά σας κύριε;» και τότε αισθάνθηκα αυτόν τον λυγμό που συνήθως ελέγχω – τον αφήνω δηλαδή να ξεσπάσει όταν είμαι μόνη μου – να με απειλεί, να ανεβαίνει ψηλά και τους είπα μια αηδία και μισή: να καθαρίσετε παιδιά – αυτό είπα και μετά έκλαψα τόσο πολύ εκεί στην πλατεία απέναντι από τους γελοίους του ντακάπο γιατί όποιος δεν ξέρει πόση λαχτάρα (αυτή είναι λέξη και καμία άλλη) έχεις να γίνεις καλά να μην μιλάει.να μην του περάσει από το μυαλό να μιλήσει
…………

Αυτό το έγραψα μόλις γύρισα σπίτι σε μισό λεπτό και μετά πήγα να πατήσω το «δημοσίευση» και μετά αμέσως το μετάνιωσα.  Και σήμερα σκέφτομαι (μέσα στ’ άλλα τα πολύ πιο σοβαρά) πως αν κι’ εδώ δεν είμαι αυθόρμητη, μάλλον την πάτησα. Δηλαδή ασφαλώς και δεν θα βγάλω στη φόρα δεδομένα και στοιχεία – ό,τι θέλω να προφυλάξω τέλος πάντων – το συναίσθημα όμως να το άφηνα λέω.

και τώρα θα μπορούσε κάποιος να μου πει: ποιος σε εμπόδισε χρυσή μου γυναίκα και δημιουργείς θέμα εκ του μη όντος; ε, αυτό προσπαθώ να πω. πως τα κατάφερα και αυτοεμποδίστηκα μέσα στο ίδιο μου το μπλογκ που τι είπαμε πως είναι; «προσωπικό ημερολόγιο»; «χώρος έκφρασης και επικοινωνίας;». αυτό. το πατάω το «δημοσίευση» λοιπόν και προειδοποιώ πως το ίδιο σκοπεύω να κάνω και με τα υπόλοιπα που έχω στο word γιατί αλλιώς θα είμαι μια απ’ αυτές που όταν έχουν επισκέψεις κλείνουν όλες τις πόρτες και ανοίγουν μόνο το αποστειρωμένο καθιστικό – να μην σας πω πως κόντεψα να βάλω και πατάκια για το παρκέ.

τοπόσομεκουράζωδενλέγεται

……………………………………………………………….

λίγο πριν ήμουν στο μπλογκ του κ.ΚΚΜοίρη (δεν θυμάμαι πως βάζουν λινκ) και διάβαζα με ενδιαφέρον τα σχόλια του προηγούμενου του ποστ. μετά πήγα στο news24 και είδα πως πέθανε η Μαργαρίτα Καραπάνου. την αγαπούσα για πολλούς λόγους που δεν είναι της παρούσης. θέλω να επαναλάβω αυτό «όποιος δεν ξέρει πόση λαχτάρα (αυτή είναι λέξη και καμία άλλη) έχεις να γίνεις καλά να μην μιλάει.να μην του περάσει από το μυαλό να μιλήσει» γιατί εκεινη μέχρι πριν λίγο καιρο είχε

από αριστερά

cebccf81cf89ceb4ceb9cebaceac-0211

 

Βασιλικός, Θυμάρι, Ρίγανη, Δυόσμος

Tους είχα δώσει μια υπόσχεση – πως αυτό το καλοκαίρι, θα τα φροντίσω (τα λουλούδια του μπαλκονιού) πολύ περισσότερο απ’ ότι το προηγούμενο που η αμέλειά μου σε συνδυασμό με τον καύσωνα τα καταταλαιπώρησαν. Οι συνθήκες δεν ήταν οι καλύτερες  αλλά κάτι ο ψυχαναγκασμός, κάτι το φιλότιμο, κάτι (πολύ) η βοήθεια του αντιθέτου φύλου, τα καταφέραμε. Κι’ αυτά κι’ εγώ. Επιζήσαμε της ζέστης, των ζιζανίων και των καινούριων ασθενειών  που παρουσιάστηκαν. Διαβάσαμε (εγώ διάβαζα – αυτά άκουγαν),  επισκεφθήκαμε ειδικούς, ψεκαστήκαμε με φάρμακα (αυτά ψεκάστηκαν – εγώ τα κατάπινα),ακούσαμε πολύ και πολλή μουσική και αισίως μας βρήκε η 21η Νοεμβρίου – θεσμοθετημένη από την ολομέλεια του σπιτιού ως επίσημη «ημέρα συγκομιδής».

Κι’ ενώ αυτά αποξηραίνονται κι’ εγώ καμαρώνω, θέλω να κάνω μια ιδιαίτερη μνεία στις γάτες, τα σκυλιά και τα πουλιά του σπιτιού και να σας πω πώς τα μυρωδικά τα σεβάστηκαν απολύτως. Όπως και εμένα. Τα ευχαριστώ πολύ όλα τους.

 

υγ

Όποιος μου πει πώς μπαίνει η άνω τελεία θα κερδίσει την αιώνια  ευγνωμοσύνη μου.

Σαν Μικέλε

για πάμε άλλη μία

Στην «επαναστατημένη» εφηβεία μου θυμάμαι τη μαμά μου να με ρωτάει κάθε τόσο «Hollyαν δεν ήμουν μαμά σου θα με είχες φίλη σου;» Θα την είχα. Δεν μοιάζαμε – ήταν πάντα ένα «καλό κορίτσι» και το σύνδρομο αυτό την διακατείχε μέχρι το τέλος της ζωής της. Ήταν και τρελή όμως και όσοι ήξεραν την αγαπούσαν γι’ αυτό. Οι άλλοι για τα άλλα. Εγώ για όλα. Και πιο πολύ για εκείνα που με δίδαξε. Σε όλους μου τους «δασκάλους» είμαι ευγνώμων και είναι αυτοί που από πολύ παλιά αποτελούσαν την δική μου οικογένεια: ένα πολύχρωμο πάζλ  από ανθρώπους και ζώα με κοινό σημείο την κόψη. Τους υπολοίπους με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τους έδιωχνα. Το πλήρωσα ακριβά αυτό – ακόμη το πληρώνω αλλά τώρα πια είναι αργά για ν’ αλλάξω.

Εχτές έχασα τον τελευταίο μου δάσκαλο. Τον οικογενειακό μας γιατρό. Μεγάλωσε πολύ μου είπε και αφού με μάλωσε για μια τελευταία φορά απεσύρθη. Είναι άρρωστος εδώ και καιρό και φαντάζομαι πως σε λίγο θα κοιτάω ψηλά όταν του απευθύνομαι, όπως κάνω και με τους άλλους.

Δεν θα βρω καινούριους δασκάλους γιατί η αφομοιωτική μου ικανότητα έχει εξαντληθεί, θα ανατρέχω όμως.

Και από εσάς κύριε Χ. που μου λείπετε ήδη (όχι τώρα δεν το πολεμάω το συναίσθημα – θα το αφήσω ελεύθερο για σήμερα να γυρίζει μέσα στο σπίτι) θα θυμάμαι το πώς δεν παίρνατε χρήματα από όσους δεν είχαν, πώς τους χώνατε μέσα στις τσάντες τα φάρμακα γρήγορα-γρήγορα και θυμωμένα για να γλυτώσετε το ευχαριστώ, τα σκυλιά σας και την μουσική που μοιραστήκαμε.

Βαθιά υπόκλιση – όχι των μπλογκς – την άλλη του φινάλε στο μπαλέτο.

 

socializing

20080725sawg_fig111

Εδώ και πολύ καιρό διανύω μια περίοδο εθελουσίας απομόνωσης οπαδός γαρ, του δόγματος : «τώρα έχουμε πρόβλημα και οι άλλοι δεν μας φταίνε σε τίποτα» . Εντάξει ξέρω – ναρκισσισμός, εγωισμός κοκ, παρ’ όλα αυτά έτσι ήμουν πάντα και μου άρεσα μάλιστα. Οι υποχρεώσεις όμως , η καθημερινότητα  και η ανάγκη (αχ αυτή – πόσα της έχω μαζεμένα) τις τελευταίες  ημέρες με ξαναέφεραν σε επαφή με τους αληθινούς ανθρώπους. Όχι εσάς – τους μπλόγκερς που όπως και να το κάνουμε είναι σαφώς μια σχέση επιλογής –  αλλά τους άλλους  τους «πρέπει». Και εργάστηκα, (ή τουλάχιστον προσπάθησα) και βγήκα, και απ’ όλα. Στο τέλος της μέρας κοιμόμουν με την σκέψη: «πάει κι’ αυτό». Τα πρωινά όμως, που τόσο πολύ αγαπάω μεγαλώνοντας, ήταν όλα χαλασμένα. Ξυπνούσα  με τη γεύση του ανολοκλήρωτου τσακωμού. Με την αίσθηση πως πιέστηκα πάρα πολύ. Ή πως εξήγησα/απολογήθηκα, πως αναλώθηκα.

Βεβαίως και διανύω μια επαναπροσδιοριστική περίοδο – δεν θα μπορούσα (λόγω συγκυριών να κάνω και αλλιώς) και ασφαλώς και μια επιπλέον κυνικότητα με προστατεύει από τον χαρακτήρα μου. Αυτό όμως είναι κάτι νέο! Δεν είναι μια απλή αγοραφοβιούλα  που την ξέρουμε την διαχειριζόμαστε, είναι σαφής – ξεκάθαρη δυσανεξία στο ανθρώπινο είδος (στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του τέλος πάντων) την οποία δεν ξέρουμε δεν διαχειριζόμαστε. Πείτε μου παρακαλώ πάρα πολύ : έχουν «ασχημύνει» οι άνθρωποι τόσο όσο βλέπω; Η ευγένεια ή αυτός ο περιβόητος πολιτισμός εκλείπουν όλο και πιο πολύ; Μια δήθεν άνεση/ειλικρίνεια που ακουμπάει την αδιακρισία κυκλοφορεί σαν μεταδοτική νόσος; Η αδιαφορία είναι η νέα τάση;

Γιατί αν όχι, όλα καλά. Έχω μόνο εγώ πρόβλημα και καλά θα κάνω να μην ενοχλούμαι όταν ο νεώτερος συνάδελφος στον χαμογελαστό πληθυντικό μου απαντάει με ενοχλημένο ενικό, να προσπαθήσω να λέω καλημέρα στον γείτονα που δεν φροντίζει το σκυλί του υποστηρίζοντας πως δικό του είναι – δεν μας αφορά το ότι κλαίει (!), να ξαναπάω επίσκεψη στους συναδέλφους που με ανέκριναν με πολύ προσωπικές ερωτήσεις για να με κρίνουν μετά χωρίς ποτέ μα ποτέ να ερωτηθούν, να βλέπω παρέα με την πεθερά μου εκπομπές κοινωνικού σχολιασμού γιατί αλλιώς είμαι δύσκολη και σνομπ (πώς; απορεί η γραία αφού δεν έχω περιουσία) , να μην θυμώνω με την φίλη που δεν δίνει κανένα από τα παλιά παιχνίδια και ρούχα των παιδιών της στα παιδιά της Αλβανίδας οικιακής βοηθού – ούτε σε κανένα άλλο παιδί και τα φυλάει στο πατάρι γιατί «έλα ρε με τα δικά μου θα σωθούν;» και σταματάω εδώ πριν αναφερθώ σε οδηγούς ταξί, κοινωνικούς φορείς και πωλήτριες.

Όσο το σκέφτομαι πάντως, η μόνη λύση που βλέπω (για να μην ξεπέσουμε πάλι στα συμπεριφοριστικά και λοιπά ψυχολογίστικα) είναι να γίνω λίγο πιο  έως πολύ πιο αυστηρή.

 

Ίσως όχι σαν την Ούμα στο Kill Bill, αλλά..