Ξύπνησα σήμερα με καλή διάθεση.
Ξέρω και που οφείλεται.
Στη χθεσινοβραδυνή δροσιά.
Τα τελευταία χρόνια δεν κοιμάμαι συνεχόμενα χωρίς αυτό να με πειράζει.
Ξυπνώ κάθε δυό ώρες(υπολογίζω), σκύβω, σχεδόν κρέμομαι για να χαιδέψω το ζωντανό που πάντα ξυπνάει μαζι μου, ισιώνω τα μαξιλάρια μου και τεντώνομαι μυστικά καταφέρνοντας να μην κουνήσω το διπλό στρώμα και ξυπνήσω τον άγνωστο δίπλα μου. (είμαι απολυτα πεπεισμένη πως οι παραδομένοι στον ύπνο άνθρωποι γίνονται «άλλοι» από αυτούς που συναναστρεφόμαστε καθημερινά).
Μετά, καλύπτω με το σεντόνι την περιοχή ανάμεσα στην μέση μου και την αρχή των μηρών και διαλέγω εικόνα για να την κάνω όνειρο. Καμιά φορά, όταν και τα δύο παράθυρα είναι ανοιχτά, ανάβω τσιγάρο – το αφήνω όμως με προσοχή στο βαθύ τασακι δίπλα μου και εκεί σβήνει.
Με την ηλικία, ίσως και τις επιλογές δεν ξυπνάει κανείς εδώ με ξυπνητήρι. Κι’ αυτό είναι καλό. Μετά, ο καθένας κρύβεται στο δωμάτιό του για να συλλέξει τα όπλα που απαιτεί η μέρα που ήρθε.
Συνομιλούμε όταν το νερό έχει κάνει τα βλέφαρα μας ελαφριά και τότε όμως ανταλλάσσουμε τις ιεροτελεστικές ευχές της καλημέρας μόνο. Αν κάτι πρέπει να τονιστεί, γράφεται. Σε κάθε πιθανή επιφάνεια – καθρέφτες, εσωτερικό εξώπορτας, ράχη κινητού αλλά ποτέ μα ποτέ στο ψυγείο. Όχι δεν τρώμε αμερικάνικο πρωινό όλοι μαζι. Υπάρχει πάντα ένα σπιτικό κέηκ για όποιον θέλει, γάλα και χυμοί που καταναλώνονται – το ξέρω γιατί μετά μαζεύω ποτήρια κούπες και πιατάκια (ναι και ψίχουλα).
Εγώ αρκούμαι σε δύο ζεστούς πάντα espresso. Τον πρώτο που πίνω πριν το ντους (αυτον τον πολυαγαπημένο που τόσες νύχτες κοιμάμαι με την σκέψη του) και τον δεύτερο όταν όλοι έχουν φύγει. Αυτον τον πάω βόλτες. Ανοίγουμε μαζί τα παράθυρα, ποτίζουμε τον εξαιρετικά ανυπόμονο βασιλικό, ταίζουμε και ποτιζουμε την εσωτερική και την εξωτερική τετράποδη και φτερωτή πανίδα του σπιτιού και αποσυρόμεθα έπειτα στα ιδιαίτερα μας – στο δικό μου δωμάτιο. Εγώ κάθομαι στην πολυθρόνα του γραφείου μου και αυτός σε ένα σουβέρ του 1850 που -έκλεψα από την πεθερά μου- και τα λέει με την κανατα με το παγωμένο νερό δίπλα του.
.
.
Η επωδός μου στις παρηγορητικές αγορεύσεις της μητέρας μου για το τετελεσμένο (γυρω στα τέσσερα μου) ήταν πάντα το : «εγώ όμως ήθελα».
Όχι απαιτητικά -όπως μου έλεγε- αλλά σαν μια τελευταια ένσταση/οριοθέτηση πριν την αποδοχή.
Εξακολουθώ.
.
Μου πρότειναν μια καινούρια δουλειά – αυτό είναι ευχάριστο γιατί είμαι 43 - με διπλάσιες αποδοχές από την προηγούμενη – αυτό ήταν ευχάριστο γιατί έχω δάνειο και πιστωτικές – με σαφώς ακαθόριστο ωράριο – αυτό δεν πείραζε γιατί το έχω συνηθίσει – με κάποιους ήδη γνωστούς συναδέλφους – αδιάφορο έως ενοχλητικό – κοντά στο σπίτι – η ελάχιστη διαδρομή του taxi – και με ένα τόσο δα.. «έλα μωρέ».
Όπως ακριβώς είχα άποψη στο συντακτικό (ανεξαρτήτως των απαντήσεων των φιλολόγων μου που συμφωνούσαν με τον Πατάκη) στην οποία επέμενα (ανεξαρτήτως του βαθμού που μου επέφερε με την εφηβική έπαρση εκείνης που διαβάζει πολλά εξωσχολικά και ψιλοσνομπάρει το εκπαιδευτικό σύστημα της πατρίδος), έτσι ακριβώς αντέδρασα και τώρα.
Και παραμένω στους σαφώς βικτωριανούς ρυθμούς μου*,στην υψίστη πολυτέλεια του να συμφωνώ έστω και σε κάτι με εμένα (αδύνατον να κάνω έκπτωση στο “έλα μωρέ”τους), σε μια κάποια ένδεια που πάντα έχει άρωμα μποέμ και όχι αγωνιώδες και στο loser προφίλ που τόσο αγάπησα στη λογοτεχνία και το σινεμά.
(δεν παραπονιέμαι – χαμογελάω)
*απαραίτητη διευκρίνησις : η Βιρτζίνια έλεγε πως μια γυναίκα για να μπορέσει να γράψει (εσείς βλέπετε μιλήσει) πρέπει να έχει οπωσδήποτε ένα δικό της δωμάτιο και ένα μικρό εισόδημα.
.
είμαι εντάξει – δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία γι’ αυτό. το διασταύρωσα, το τσέκαρα, όλα. φέρνω εις πέρας όλες μου τις υποχρεώσεις – και είναι πολλές ή εμένα μου φαίνεται – φροντίζω, προνοώ, συμπαρίσταμαι, στηρίζω. συγχρόνως προσπαθώ να μην ζητάω, να μην κουράζω, να μην στεναχωρώ. επίσης είμαι ευγνώμων (κι’ αυτό το λέω αλήθεια). όλα καλά.
……………………………………………..
*να θυμηθώ να μη στρίψω
.








Πρόσφατα Σχόλια